6 Ιαν 2017

Οι τρεις αδερφές (διήγημα τρόμου)





            Αφιερωμένο στη Mary
«γιατί, γιαγιάκα, έχεις τόσο μεγάλο στόμα;»
Κοκκινοσκουφίτσα


Επαρχία Βόρειας Ελλάδας
Νοέμβρης 1988




Οι αχτίδες του ήλιου έσπαγαν από το βουνό που είχε ξεμυτίσει ο φλεγόμενος θεός,  πάνω στην σταχτιά πεδιάδα, προσπαθώντας να λιώσουν τον πρωινό πάγο. Η ομίχλη σέρνονταν σιωπηλή, απειλητική πάνω από την γη, με κατεύθυνση την λίμνη που ήταν ήδη τυλιγμένη στην παγερή σιωπή του Νοεμβρίου. Οι φρουροί της, 6 αγέρωχα πανύψηλα πλατάνια, φιλοξενούσαν χωρίς να αγκομαχούν, τα πουλιά που πέρασαν το βράδυ τους εκεί πριν τραβήξουν νοτιότερα αναζητώντας πιο θερμό κλίμα. Ο Μακ, το πραγματικό του όνομα ήταν Γεράσιμος, αλλά οι φίλοι του τον φώναζαν έτσι χαϊδευτικά, βγήκε από το περιπολικό που ήταν αραγμένο στην άκρη του επαρχιακού δρόμου και τεντώθηκε νωχελικά. Ακούμπησε το καφέ του στην οροφή του αυτοκινήτου και κατέβασε το φερμουάρ. Τίποτα καλύτερα από ένα κατούρημα στην εξοχή σκέφτηκε γελώντας. Τον τίναξε ελαφρά κι ανέβασε το φερμουάρ κοιτώντας γύρω του. Όχι ότι υπήρχε περίπτωση να τον δει κανείς σ’ αυτή τη κωλοερημιά που τον είχαν εξορίσει.  «Ακόμα να σπάσει η γαμημένη ομίχλη» είπε δυνατά κοιτάζοντας το ρολόι του. Ήταν ήδη 11 το πρωί, παρόλα αυτά όπου κοίταζες έβλεπες ένα αραχνοΰφαντο λευκό σεντόνι. Ξαφνικά ήχησε σαν πυροβολισμός, ο ασύρματος. «Μακ, έλα ακούς;» ακούστηκε μια φωνή μες απ’ τα παράσιτα. «Έλα, Μακ, ακούς;» επανέλαβε η φωνή. Ο Μακ μπήκε στο περιπολικό και σήκωσε το μικρόφωνο. «Έλα, Μπιφ, ακούω. Τι τρέχει;» «Δε θα το πιστέψεις, Μακ. Μόλις πέρασε από μπροστά μας, μια σανιδωμένη κόκκινη πόρσε που την οδηγεί μια τρελή γκόμενα. Έρχεται προς το μέρος σου.» «Με ποιον είσαι μαζί;» «Με τον Νάκα». «Ελάτε δω. Επιτέλους θα σπάσει η μονοτονίας». «Ελήφθη, να είσαι έτοιμος. Σε 5 λεπτά θα είναι σε σένα». Ο Μακ βγήκε από το όχημα τρίβοντας τα χέρια του. «Ώρα για πλάκα» μονολόγησε κι άνοιξε το καπό. Έψαξε προσεχτικά παραμερίζοντας διάφορα εργαλεία, μέχρι που βρήκε αυτό που ήθελε. Μια τρίμετρη σιδερένια ράγα γεμάτη καρφιά.
Φυσικά και δεν ήταν νόμιμη αλλά ποιος θα το έλεγε αυτό σε έναν εκπρόσωπο του νόμου;
Την έστρωσε επιμελώς στον δρόμο και μετά ακούμπησε στ’ αμάξι ανάβοντας τσιγάρο.

Δεν πέρασαν δύο λεπτά και είδε προβολείς στο βάθος του δρόμου.

    Η Λευκοθέα γελούσε σα μικρό κορίτσι αποκαλύπτοντας δύο σειρές τέλεια , κατάλευκα δόντια. Τα μικροκαμωμένα χέρια της έσφιγγαν με δύναμη το τιμόνι ενώ τα κατακόκκινα μαλλιά της ανέμιζαν σαν τρελές φλογίτσες στον αέρα. Ένιωθε ευτυχισμένη, ελεύθερη και επιτέλους ήταν μόνη. Χωρίς τις μεγάλες αδερφές της που συνέχεια γκρίνιαζαν και της έθεταν όρους και κανόνες. Όρους και κανόνες. «Βάλτε τους όρους και τους κανόνες σας εκεί που πρέπει» σκέφτηκε όταν άκουσε τις φωνές των αδερφών της στο μυαλό της μέσα. «Λευκοθέα, γύρνα τώρα πίσω» άκουσε την μεγάλη της αδερφή, Ήβη. «Ήβη, βγες από το μυαλό μου σε παρακαλώ κι άσε με να κάνω μια βόλτα. Δεν θα αργήσω. Ερημιά είναι εδώ έξω» είπε δυνατά η Λευκοθέα και σήκωσε το χέρι της και χαιρέτησε δύο αστυνομικούς που στέκονταν δίπλα από ένα περιπολικό. Οι αστυνομικοί την κοίταζαν αποσβολωμένοι κρατώντας ο καθένας από μια κούπα αχνιστό καφέ στο χέρι του. Ο ένας ήταν λίγο νοστιμούλης, σκέφτηκε. «Άλλη φορά, φώναξε. Τώρα δεν μπορώ και μάλλον είναι καλύτερα για όλους μας» και σανίδωσε το γκάζι ακόμα περισσότερο. Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω είδε τη σειρήνα ενός περιπολικού αναμμένη κι έναν αστυνομικό που κρατούσε ένα φακό θυέλλης και της έκανε νόημα να σταματήσει. «Δεν νομίζω, γλύκα μου» μονολόγησε και διατήρησε τη ταχύτητά της μέχρι που οι ρόδες του αυτοκινήτου έπεσαν πάνω στη ράγα με τα καρφιά. Πάτησε φρένο ουρλιάζοντας αλλά το αυτοκίνητο είχε ήδη αρχίσει να τουμπάρει. Έκανε δυο-τρεις τούμπες και σταμάτησε λίγα μέτρα πιο κάτω, πέφτοντας με δύναμη στους 4 τροχούς.  Ο αερόσακος άνοιξε με ένα διαπεραστικό σφύριγμα και το κεφάλι της Λευκοθέας χτύπησε με φόρα πάνω του αφήνοντάς την αναίσθητη.

Ένα ακόμα περιπολικό, φάνηκε και σταμάτησε ακριβώς πίσω από τ’ άλλο την ώρα που ο αστυνομικός Μακ είχε σκύψει και κοίταζε την αναίσθητη κοπέλα.
«Έι, Μακ. Είναι ζωντανή;» ρώτησε ο Μπιφ, κατά κόσμο Βαγγέλης, πλησιάζοντάς τον. Ο Μακ, ο Μπιφ και ο Νάκας, Γιάννης για τους υπόλοιπους,  ήταν φίλοι από παλιά. Μαζί είχαν υπηρετήσει στην σχολή της αστυνομίας και μαζί είχαν διοριστεί. Επίσης, μαζί είχαν πάρει δυσμενή μετάθεση όταν άρχισαν τα παράπονα και οι αγωγές εναντίον της αστυνομίας για κατάχρηση εξουσίας και βίας. Ευτυχώς που δεν μπορούσαν να μιλήσουν οι νεκροί, είχε σκεφτεί ειρωνικά τότε ο Μακ, όπως το κορίτσι που είχε βρεθεί βιασμένο και νεκρό στα σκουπίδια μιας γωνιάς των Εξαρχείων. Ανεξιχνίαστη δολοφονία. Μία από τις πολλές, στη διάρκεια της 6ετής θητείας τους στο κέντρο της Αθήνας. Τώρα, είχαν σταθεί κι οι τρεις τους με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος και κοίταζαν ανέκφραστοι τη κοπέλα. «Λευκοθέα, ξύπνα. Κινδυνεύεις» άκουσε μια επιτακτική φωνή στο κεφάλι της η κοπέλα. Η πόρτα του αυτοκινήτου άνοιξε και ένιωσε κάποιον να την τραβά προς τα πίσω ξεφουσκώνοντας τον αερόσακο. «Λευκοθέα, ξύπνα τώρα!». Η κοπέλα άνοιξε με το ζόρι τα μάτια της και με μάτια θολά κοίταξε τους τρεις πανύψηλους άντρες που την παρατηρούσαν εξονυχιστικά. «Μακ, συνήρθε» «Και είναι πολύ καυτή γκόμενα» είπε ο Νάκας περνώντας τη γλώσσα πάνω από τα παχιά του χείλη. Ο Μακ έσκυψε κοντά στο πρόσωπό της «Ξύπνησες, κοπελιά;» Τα καταπράσινα μάτια της κοπέλας σηκώθηκαν να συναντήσουν τα δικά του. «Άσε με να τον δω» είπε η Ήβη στο μυαλό της. Ο Μακ έκανε ένα βήμα πίσω τρομαγμένος όταν είδε  τα μάτια της κοπέλας να γίνονται κατάμαυρα. Σαν κάτι να τον κοιτούσε πίσω από τις μαύρες κόρες. Κάτι… κακό, ίσως πιο κακό κι από τον ίδιο, σκέφτηκε για μια στιγμή μέχρι που μίλησε ο Μπιφ. «Έλα ρε Μακ, τι κάνεις και καθυστερείς;  Να τη βγάλουμε πριν περάσει κανένα όχημα και έχουμε πρόβλημα.» Ο Μακ τέντωσε το κορμί του και έκανε νόημα στους φίλους τους να βγάλουν την κοπέλα από το στραπατσαρισμένο όχημα. «Βάλτην στο περιπολικό μου και δες αν λειτουργεί τ’ αμάξι της να το απομακρύνουμε από δω. Και, Μπιφ…» «Ναι;» «Φόρα τα γαμημένα γάντια σου!». Ο Μπιφ κατσούφιασε όταν άκουσε τον Νάκα να γελάει. «Σκάσε, ρε μαλάκα, γιατί θα σου χώσω το πόδι στον κώλο».

Η Λευκοθέα, δεμένη στο πίσω κάθισμα του περιπολικού, κοιτούσε ζαλισμένη τους τρεις άντρες που συζητούσαν σαν να διαφωνούσαν πάνω σε κάτι. Δεν μπορούσε να βγάλει τις λέξεις τους επειδή ο ήλιος που είχε βγει πλέον μεγαλοπρεπής, την είχε ζαλίσει και την είχε αφήσει χωρίς καθόλου δύναμη και θέληση. «Λευκοθέα, άκουσέ με προσεχτικά. Ξέρω ότι είσαι τελείως ανίσχυρη αυτή τη στιγμή. Θέλω να κρατηθείς 4-5 ώρες που ο ήλιος θ’αρχίζει να πέφτει και θα νιώσεις καλύτερα. Τότε θα έρθουμε και εμείς κοντά σου. Πρόσεχε πολύ. Κινδυνεύει η ζωή σου» άκουσε την δεύτερη αδερφή της, Φρύνη, να της λέει. Η Λευκοθέα έγνεψε καταφατικά παρόλο που ήξερε ότι οι αδερφές της δεν μπορούσαν να την δουν.
Ο ένας αστυνομικός που τον λέγανε Μακ, μπήκε στη θέση του οδηγού και αφού έριξε μια ματιά στο πίσω κάθισμα για να βεβαιωθεί ότι η κοπελιά παρέμενε δεμένη, ξεκίνησε το αμάξι. Πίσω του ακολούθησε ο Νάκας με το άλλο περιπολικό και στο τέλος ο Μπιφ με το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο που πήγαινε μεν με το ζόρι αλλά ευτυχώς ακόμα πήγαινε.
Μπήκανε σε έναν μικρό χωματόδρομο που στην αρχή ήταν γεμάτο με κρανιές αλλά όσο ανηφόριζαν το τοπίο αγρίευε και μόνο θάμνους, αγριόχορτα και γέρικα ξερά δέντρα φιλοξενούσε. Μετά από 20 λεπτά ανάβασης στο στενό, όλο στροφές, χωματόδρομο, τα περιπολικά σταμάτησαν μπροστά σε μια παλιά σιδερένια πύλη που ήταν κλειδωμένη με λουκέτο. Αφού την άνοιξαν, πέρασαν μέσα και βρέθηκαν σ’ ένα πλάτωμα. Στη μέση υπήρχε μια παλιά καλύβα βοσκού και γύρω της ψηλά, ξεραμένα χόρτα που λύγιζαν στο διάβα του δυνατού λόγω υψώματος αέρα.
 Ο Μακ άνοιξε την πόρτα και τράβηξε την Λευκοθέα έξω.
«Έλα στην αίθουσα ανακρίσεων, μαντμαζέλ» είπε και οι υπόλοιποι έσκασαν στα γέλια.
Τα ρουθούνια της άνοιξαν διάπλατα μόλις την χτύπησε η πρώτη ριπή αέρα. «Αίμα, φόβος, θάνατος» σκέφτηκε έντρομη και πήγε να το βάλει στα πόδια. Ο Νάκας, πιο γρήγορος απ’ όλους, την βούτηξε από τα μαλλιά κάνοντάς την να ξεφωνίσει από πόνο. «Μπράβο, Νάκα. Δικός σου ο πρώτος γύρος» είπε ο Μακ γελώντας χωρίς να δώσει σημασία στη κοπέλα που προσπαθούσε να ελευθερωθεί από το ατσάλινο χέρι του Νάκα. «Φέρτην μέσα και Μπιφ, πήγαινε να κλειδώσεις τη πύλη μη τυχόν κι έχουμε ανεπιθύμητους επισκέπτες» είπε και προχώρησε προς τη καλύβα. Κοντοστάθηκε στην εξώπορτα και κοίταξε τριγύρω του. Απόλυτη ερημιά, απόλυτη σιωπή. «Αυτό θέλουμε για το σημερινό μας πάρτι» σκέφτηκε μειδιώντας και έβγαλε το κλειδί από τη τσέπη του.

Το συγκεκριμένο σημείο το είχαν βρει, κατά τύχη φυσικά, πριν ένα χρόνο όταν έψαχναν ένα μέρος για να την αράζουν και να πίνουν μπύρες. Είχαν τσοντάρει όλοι από κάτι και την αγόρασαν από τον βλάκα τον τσοπάνη που μόνο δεν χοροπήδησε από την χαρά του όταν ηλίθιοι Αθηναίοι αστυνομικοί του έδωσαν ενάμισι χιλιάρικο για να αγοράσουν 300 μέτρα άγονης γης με μια παμπάλαια καλύβα που στέκονταν στην άκρη ενός γκρεμού. Η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο αποκαλύπτοντας το άχαρο εσωτερικό της ξύλινης καλύβας. Τρεις πολυθρόνες μπροστά από ένα μικρό τζάκι και τρία στριμωγμένα κρεβάτια στην απέναντι γωνία. Ένα ξύλινο τραπέζι με 3 καρέκλες στη μέση κι ένα φαγωμένο πάσο που χώριζε τον υπόλοιπο χώρο από μια βρώμικη κουζίνα και ένα ταλαιπωρημένο παλιό ψυγείο πάγου. Το φως έμπαινε άνετα από τα δύο μέτρια παράθυρα αφού κανένα τους δεν είχε κουρτίνα ή παραθυρόφυλλα. Ο αέρας μες στην καλύβα μύριζε άσχημα σαν κάτι να είχε πεθάνει μέσα εδώ και καιρό. «Σπίτι μου σπιτάκι μου» μουρμούρισε ο Μακ κι έπιασε τη τεράστια μπουκάλα γεμάτη τσίπουρο που δέσποζε πάνω στο τραπέζι. Γέμισε ένα κρασοπότηρο και με τη μία κατέβασε το μισό, ενώ ο Νάκας έβαζε χωρίς ευγένειες την κοπέλα σε μια καρέκλα.
«Κάτσε και μη μιλάς» της είπε ενώ έπιανε ένα ποτήρι κι ο ίδιος. Μέχρι να έρθει ο Μπιφ, πίνανε σιωπηλοί κοιτάζοντας τη κοπέλα η οποία είχε τα μάτια χαμηλωμένα στο πάτωμα. Η μυρωδιά του θανάτου της έκαιγε το λαρύγγι και μπορούσε να δει τι είχε συμβεί εδώ μέσα παλιότερα. Απόμακρες γυναικείες κραυγές, ουρλιαχτά, ικεσίες και μετά σιωπή. Ω ναι,  ήξερε πολύ καλά τι την περίμενε εδώ μέσα. Ο Μπιφ άνοιξε την πόρτα με φόρα. «Ρε αρχίσατε χωρίς εμένα;» «Σε περιμέναμε αδερφέ. Γίνεται πανηγύρι χωρίς τον Μπιφ;» Ο Μακ ήπιε την τελευταία γουλιά καθώς σερβιριζόταν κι ο Μπιφ, και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του το στόμα του. «Για να δούμε πρώτα ποια είναι» είπε κι άνοιξε την τσάντα που είχε βουτήξει απ’ το αμάξι. Όταν βρήκε την ταυτότητά της διάβασε δυνατά «Πηνελόπη Δεκαστινού, ετών 25. Κάτοικος Θεσσαλονίκης» «Κάπως μακριά δεν είσαι από το σπίτι σου, Πηνελόπη;» Η κοπέλα συνέχισε να κοιτά αμίλητη το πάτωμα όταν το χέρι του προσγειώθηκε με δύναμη στο πρόσωπό της κάνοντάς την να φωνάξει από πόνο. «Όταν σε ρωτάνε αστυνομικοί, πρέπει να απαντάς. Λέγε, τι δουλειά έχεις σ’ αυτά τα μέρη;» «Πήγαινα να επισκεφτώ μια φίλη μου στη Καβάλα» απάντησε ξέπνοα η Λευκοθέα για να φάει αμέσως και δεύτερο χαστούκι. «Η Καβάλα είναι από την αντίθετη κατεύθυνση. Λέγε την αλήθεια» «Αλήθεια, λέω – απάντησε δακρυσμένη- Απλά μου άρεσε η περιοχή και είπα να κάνω μια βόλτα» «Και γιατί παράκουσες τον αστυνομικό όταν σου έκανε νόημα να σταματήσεις;» ρώτησε ο Μπιφ βλοσυρός. Η κοπέλα τον κοίταξε προσεχτικά πριν απαντήσει. Ο άντρας ήταν γύρω στα 30 όπως όλοι τους αλλά ήταν ο πιο ψηλός κι ο πιο βαρύς απ’ όλους με ύψος περίπου στα δύο μέτρα και βάρος 100 κιλών ήταν τρομακτικός. «Μου φάνηκε διασκεδαστικό» απάντησε με μια ήρεμη θρασύτητα που και οι τρεις έμειναν άφωνοι
για κάποια δευτερόλεπτα. Μετά το χέρι του Μπιφ κινήθηκε με ταχύτητα απίστευτη για τόσο βαρύ άντρα και έπεσε με δύναμη πάνω στο πρόσωπό της κάνοντας την να πέσει στο πάτωμα. «Σιγά βρε Μπιφ, μη σκαρτέψεις το πράγμα ακόμα» είπε ο Νάκας γελώντας και πιάνοντάς την από τα μαλλιά την ανάγκασε να σηκωθεί πάνω. «Ώστε είσαι απ’ αυτές που περιγελούν την εξουσία και νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ό, τι τους γουστάρει;» τη ρώτησε ο Μακ πλησιάζοντας την απειλητικά. Η κοπέλα κάρφωσε τα καταπράσινα μάτια της πάνω του «Ναι» απάντησε αγέρωχα και τον έφτυσε στο πρόσωπο.  Αμέσως άκουσε τις αδερφές της να βογκούν «Λευκοθέα, τι κάνεις;» Η γροθιά του Μακ την βρήκε στο στομάχι και την έκανε να διπλωθεί στα δύο. «Μα τη πίστη μου, αυτή η πουτάνα τα θέλει» είπε θυμωμένα ο Μπιφ. Λες και ήταν συνεννοημένοι πέσανε πάνω της σαν θηρία. Της έσκισαν τα ρούχα και άρχισαν να την γρονθοκοπούν παντού. «Όχι στο πρόσωπο, παιδιά, είπε ο Μακ, ασθμαίνοντας, να μπορεί να μας πάρει τσιμπούκι». «Λευκοθέα, άκουσέ με, γλυκιά μου, ακούστηκε η μελωδική φωνή της Φρύνης στο μυαλό της, χρησιμοποίησε το «αράκνι».

Επί ώρες βίαζαν την άτυχη κοπέλα με όποιο τρόπο μπορούσαν να φανταστούν,  χωρίς να μπορούν να σταματήσουν μέχρι που φτάσανε κι οι ίδιοι σε σημείο αναισθησίας. «Τέτοια γλύκα, δεν έχω ξανανιώσει ποτέ μου» φώναζε εκστασιασμένος ο Μπιφ και ορμούσε στη Λευκοθέα που ήταν γυμνή και ματωμένη πάνω στο κρεβάτι. Ήταν περίπου 5 το απόγευμα όταν αποκαμωμένοι σηκώθηκαν από το κρεβάτι και άραξαν ξεθεωμένοι στις καρέκλες γεμίζοντας τα ποτήρια τους τσίπουρο. Η κοπέλα ήταν μπρούμυτα κι ακίνητη στο κρεβάτι και τα κόκκινα μαλλιά της έπεφταν πάνω στο ματωμένο της σώμα. Ανάσαινε με μεγάλη δυσκολία και δεν μπορούσε να κουνηθεί καθόλου. «Νάκα, άνοιξε ένα παράθυρο να μπει λίγος αέρας μπας και ξεκαβλώσουμε» είπε γελώντας ο Μακ κι άπλωσε την αρίδα του πάνω στο τραπέζι. «Το καλύτερο γαμήσι,
ever» είπε ο Μπιφ. «Ναι τόσο που σκέφτομαι να την κρατήσουμε ζωντανή καμιά βδομάδα» είπε ο Μακ. «Καθόλου άσχημη ιδέα» είπαν εν χορώ οι φίλοι του. Ο Μακ κοίταξε την ακίνητη κοπέλα πάνω στο κρεβάτι. «Μπα, δεν θα μπορέσει να συνέρθει μετά από αυτό. Αιμορραγεί από παντού. Καλύτερα να την σκοτώσουμε σήμερα. Αφού ξεκουραστούμε πρώτα λίγο. Τόση δουλειά, διάολε, ρίξαμε» είπε και σκάσανε κι οι τρεις στα γέλια.

«Λευκοθέα, ξύπνα τώρα. Βραδιάζει κι είμαστε καθοδόν» άκουσε τη φωνή της αδερφής της να της ψιθυρίζει κι αμέσως ένιωσε το σούρουπο που τρύπωνε απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Το αεράκι πέρασε πάνω απ’ το πληγωμένο κορμί της σα βάλσαμο. Η επερχόμενη νύχτα μπήκε σε όλες της πληγές κι αυτές άρχισαν με εκπληκτικό τρόπο να κλείνουν. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι ένιωσε τα κατεστραμμένα της πνευμόνια να αναπλάθονται και να ρουφάνε το οξυγόνο σα γλυκόπιοτο κρασί. Μέσα σε λιγότερο από δέκα λεπτά και χωρίς κανένας από τους τρεις βασανιστές τους να το πάρει είδηση, είχε συντελεστεί ένα θαύμα. Το σώμα της ήταν κατάλευκο και καθαρό από την παραμικρή αμυχή. Το πρόσωπό της πήρε ένα ροδαλό χρώμα και τα χείλη της έγιναν κατακόκκινα καθώς ένα γλυκό χαμόγελο σχηματιζόταν πάνω τους. Σηκώθηκε χωρίς τη παραμικρή δυσκολία και στάθηκε μπροστά τους γυμνή, πεντακάθαρη, πανέμορφη. Οι τρεις άντρες έμειναν με ανοιχτό το στόμα και πριν προλάβουν να μιλήσουν ακούστηκε η φωνή της πεντακάθαρη και μελωδική και κατά ένα περίεργο τρόπο παιδική «Σειρά μου να παίξω τώρα». Άπλωσε το χέρι της και παρόλο που ήταν ένα μέτρο μακριά τους, εκείνο κατά ένα εκπληκτικό τρόπο επιμηκύνθηκε και έφτασε τον Μακ. Εκείνος τινάχτηκε τρομαγμένος πάνω αλλά δε πρόλαβε. Το μικρό αλλά ατσαλένιο χέρι τον έσφιξε από το λαιμό και τον έσυρε κοντά της. Οι άλλοι δύο άντρες, αποσβολωμένοι, προσπάθησαν να κινηθούν. «Κοιτάξτε με» τους διέταξε κι αυτοί μαρμάρωσαν στη θέση τους μόλις το πράσινο, λαμπερό βλέμμα της έπεσε πάνω τους.
Ο Μακ προσπαθούσε μάταια να μιλήσει καθώς τον έφερνε κοντά της. «Μακ, χαίρομαι που σε διασκέδασα. Ώρα να με διασκεδάσεις κι εσύ» είπε και το πανέμορφο πλάσμα άρχισε να μεταμορφώνεται σε κάτι εξωπραγματικό, φρικτό, απάνθρωπο.  Το κεφάλι της έχασε όλα τα μαλλιά, το σώμα της άρχισε να αποκτάει την υφή και την δομή της κάμπιας και το στόμα της γέμισε από μια σειρά τεράστια κοφτερά δόντια. Τα μεγάλα, καστανά, παραδόξως σα σκύλου, συμπαθητικά  μάτια τον κοίταξαν με λύπη καθώς ο Μακ αφόδευε ασύστολα από το φόβο του. «Κοίτα τι έκανες τώρα» είπε με βραχνή φωνή το πλάσμα και έσκυψε από πάνω του σαν να ήθελε να τον παρηγορήσει. Το τεράστιο στόμα άνοιξε διάπλατα και κατάπιε όλον τον Μακ μονομιάς, ο οποίος ένιωσε να πέφτει σε ένα γκρεμό γεμάτο δόντια. Δεν πρόλαβε ποτέ να ουρλιάξει. Εκείνη την στιγμή, η πόρτα έπεσε με δύναμη και δύο παρόμοια πλάσματα μπήκαν μέσα. «Όχι, όχι Θεέ μου» ούρλιαξε ο Μπιφ και ήταν όντως η τελευταία του κουβέντα πριν τον αρπάξει η Ήβη στα χέρια της. Τον άνοιξε στα δύο και τον κατάπιε σε δύο μπουκιές. Μετά ρεύτηκε ελαφρά και κοίταξε λίγο ένοχα τις αδερφές της σαν να ζητούσε συγγνώμη για την αγένειά της. Ο Νάκας δεν μπήκε στο κόπο να φωνάξει παρά μόνο προσπάθησε να τρέξει έξω από την καλύβα. Τον πρόλαβε όμως η Φρύνη και τραβώντας τον από τα μαλλιά τον γύρισε πίσω. Μετά κρατώντας τον από τα μαλλιά πάντα σα μαριονέτα κοίταξε τη Λευκοθέα σαν να της ζητούσε την άδεια. Εκείνη έκανε μια κίνηση σαν να έλεγε φυσικά και η Φρύνη έφερε τον Νάκα που κατουρούσε και αφόδευε κοντά στο πρόσωπό της. Έβγαλε μια τεράστια γλώσσα και του έγλειψε το πρόσωπο. Όταν την πήρε από πάνω του, ο Νάκας δεν μπορούσε πια να ουρλιάξει γιατί δεν είχε πρόσωπο. «Σταμάτα να παίζεις με το φαγητό» είπε η Ήβη. Η Φρύνη μόρφασε αλλά υπάκουσε την αδερφή της και έκανε μια χαψιά όλον τον Νάκα που πήρε τον ίδιο δρόμο του αφανισμού με τον κολλητό του Μακ.
Τα τρία πλάσματα κάθησαν στο πάτωμα. Πριν φύγουν έπρεπε να περάσουν από την διαδικασία χώνευσης η οποία ήταν επώδυνη. Γι’ αυτό και απέφευγαν να τρώνε ανθρώπους. Εκτός του ότι μύριζαν άσχημα, είχαν πολύ δέρμα και πολλά κόκκαλα. Σε λίγη ώρα, η μικρή καλύβα γέμισε περιττώματα, δέρμα και οστά. Ό, τι είχε απομείνει από τους τρεις λεβέντες, δεν γέμιζε ούτε ένα σακί γουρουνοτροφής. Οι τρεις αδερφές βγήκαν έξω στην νύχτα και ανάσαναν βαθιά τον καθαρό αέρα. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και τα μυριάδες αστέρια του φώτιζαν το σκοτάδι. Οι τρεις γυναικείες φιγούρες στάθηκαν στην άκρη του γκρεμού κοιτώντας την κοιλάδα από κάτω που ζωντάνευε από τα φώτα των θνητών. Ήταν ψηλές, λεπτεπίλεπτες με μακριά μέχρι τη μέση τους μαλλιά κι είχαν κι οι τρεις κατάμαυρα μάτια.
«Λευκοθέα, αλήθεια σου λέω…» ξεκίνησε η Ήβη να λέει
«Ωχ, παράτα με Ήβη. Επειδή με περνάς 500 χρόνια πρέπει συνέχεια να το παίζεις και μεγάλη. Τώρα θα μου πεις ότι δεν το ευχαριστήθηκες κιόλας» είπε η Λευκοθέα σουρώνοντας το στόμα της και πήδηξε στο γκρεμό. Για να σηκωθεί αμέσως τινάζοντας δύο πανέμορφα μαύρα φτερά. «Τι θα γίνει; Εδώ θα κάτσουμε όλο βράδυ;» είπε στις αδερφές της και πέταξε μακριά. Οι αδερφές της με ένα βαθύ αναστεναγμό την ακολούθησαν. Όσες νουθεσίες κι αν έκαναν στη μικρή αδερφή τους, αυτή θα ήταν πάντα σκανταλιάρα.

Ο γερό-βοσκός Θωμάς βγήκε έξω για να βεβαιωθεί ότι η πόρτα του μαντριού ήταν καλά κλειστή για το βράδυ όταν κάτι του τράβηξε τη προσοχή. Ένιωσε την ανάσα του να κόβεται και αφού έκανε τρεις φορές το σταυρό του, έτρεξε μες στο σπίτι διπλομανταλώνοντας. «Τι έπαθες, γεροξεκούτη;» τον ρώτησε η γριά του. «Σώπα μαρή, κλείσε καλά τα παράθυρα κι άναψε όλες τις λάμπες.  Οι τρεις αδερφές έχουν βγει σεργιάνι» είπε και της έδειξε προς το μέρος του φεγγαριού. Τρεις φτερωτές γυναικείες φιγούρες στέκονταν ακίνητες κάτω από το φως του φεγγαριού. Το επόμενο λεπτό είχαν εξαφανιστεί προς τα κει που ανατέλλει το σκοτάδι…






Μαρία Ροδοπούλου

Dark Virtual Poetry

Dark Virtual Poetry σημαίνει αποκάλυψη της Σκοτεινής Ανθρώπινης Πλευράς. Δεν στοχεύει στην Εσταύρωση Πιστεύω ούτε στη γελοιοποίηση Ηθών. Δεν υποκύπτει όμως στους συντηρητικούς ευνούχους, αξιολύπητα τέκνα μιας ανέραστης, νεκρής κοινωνίας. Δεν διαφημίζει , δεν ψάχνει για οπαδούς. Ίσα Ίσα τους απεχθάνεται . Ενδιαφέρεται Μόνο για αληθινούς φίλους αναγνώστες. Σκοπός της Μαρίας Ρ. η Απομυθοποίηση Ανθρώπων και Θεών.Δεν υπάρχει προορισμός και οι διαδρομές είναι ασχημάτιστες.

Η Γη πυρπολείται απο υπ-ανθρώπους αλλά εμείς ακόμα υπάρχουμε και κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει τη ξιφολόγχη των λέξεων

Alex Papadiamantis

Blog Archive