18 Ιουλ 2015

Μυρτώ - Το κορίτσι της προσευχής - Απόσπασμα



Εκείνον τον καιρό που οι πέτρες είχαν μετακομίσει στην αυλή κι ο ουρανός, αρνιόταν την παρουσία του, μαγειρεύαμε πολύ. Σηκωνόμαστε πρωί-πρωί χωρίς καλά να 'χει χαράξει. Φτιάχναμε πικρό καφέ στην χόβολη κι αμίλητες πιάναμε την δουλειά. Η μητέρα καθάριζε τα λαχανικά όσο εγώ μάζευα μάραθο και γλιστρίδα από τον μικρό κήπο. Η κουζίνα είχε ένα μεγάλο παράθυρο πάνω από τον παλιό πέτρινο νεροχύτη κι η μαυροφορεμένη φιγούρα της μητέρας φαινόταν σαν μια σκιά που είχε αποκτήσει σάρκα και οστά. Πάνω από τα μαύρα ρούχα φορούσε πάντα μια άσπρη ποδιά. Δικαιολογούταν πως δεν είχε ποτέ φτιάξει μαύρη ποδιά γιατί η νοικοκυρά που θέλει όχι μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται καθαρή φτιάχνει πάντα ανοιχτόχρωμες ποδιές. Εγώ όμως γνώριζα ότι για εκείνη ακόμα και αυτή η ανούσια παρατυπία ήταν μια ανάσα από το πένθος. Μαγειρεύαμε ίσαμε που έπιανε ο εσπερινός και ακούγαμε την καμπάνα να χτυπά. Τότε λύναμε τις ποδιές, ξεσκονίζαμε τα ρούχα με μια παλιά βούρτσα και χτενίζαμε σε σφιχτή πλεξούδα η μία τα μαλλιά της άλλης. Πριν φύγουμε για την λειτουργία είχαμε στρώσει το τραπέζι για να το 'βρουν έτοιμο οι μνήμες μας. Χορτόπιτα, κρεατόπιτα, φρέσκο ζυμωμένο ψωμί, ντολμαδάκια και δροσερό κρασί στην καλή πήλινη κανάτα. Το βράδυ γυρνούσαμε αποκαμωμένες. Το τραπέζι έμενε άθικτο  μέχρι το επόμενο πρωί όπου ερχόταν μια γυναίκα από το χωριό,  η κυρά Παναγιώτα και έπαιρνε τα φαγητά για τους φτωχούς. Και εμείς αρχινούσαμε πάλι από την αρχή το μαγείρεμα. Ήταν οι μέρες που οι πέτρες είχαν μετακομίσει στο κρεβάτι μας και εμείς στρώναμε στο πάτωμα και κοιμόμαστε αγκαλιασμένες. Που και που άκουγες στην σιγαλιά της νύχτας τον λυγμό της μιας ή της άλλης ή το κλάμα της μικρής παρείσακτης λίγο πιο κει αλλά το πρωί πριν ακόμα χαράξει κινούσαμε μαζί να μαγειρεύουμε. Για όλους εκείνους που είχαν ξεχάσει να πάρουν τις πέτρες τους φεύγοντας μακριά, εμείς δεν είχαμε τίποτα άλλο να προσφέρουμε παρά χωμάτινο ψωμί ζυμωμένο με τον θρήνο μας. Για  σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες πεθαίναμε στο πλάι τους ξανά και ξανά.
Και τώρα την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη κάθομαι έξω και γράφω στο τετράδιο που μου είχες χαρίσει, αδερφέ μου. Εκεί που μου έλεγες ότι μπορώ να βγάζω τις σκιές στο λευκό χαρτί και να τις κοροϊδεύω όσο θέλω. Τώρα παίζουν κρυφτό, αγαπημένε, και με περιγελάνε. Αλλά είναι τρυφερές μαζί μου. Με αγαπάνε κι αν γελάνε μαζί μου είναι γιατί ακόμα δεν γνωρίζω. Μου δείχνουν τα πάντα. Μου δείχνουν ποιος φταίει. Ποιος πάντα έφταιγε. Κι έχω αρχίσει να θυμώνω. Θυμώνω πολύ. Μια παγωμένη φωτιά ξεκινά από τις άκρες των ποδιών μου και απλώνεται παντού απειλώντας να με αφανίσει. Σκέφτομαι την επόμενη φορά να μη χρησιμοποιήσω το χρυσό κλειδί αλλά το άλλο που κάνει στάχτη τα όνειρά μου. Πίσω από τις σκιές είναι αυτός. Και ίσως είναι ο μόνος που μπορεί να μου πει γιατί. Η μητέρα κάθε βράδυ αφήνει ένα μικρό καντήλι αναμμένο στο παράθυρο που βλέπει προς την μεριά της θάλασσας . Προς τη μεριά εκείνης που σας πήρε μαζί της. Η μητέρα λέει πως έτσι δεν σας αφήνουμε να ξεχνάτε την παρουσία μας, λέει πως είμαστε ο φανός σας στα υγρά σκοτάδια της. Δεν την πιστεύω. Πώς είναι δυνατόν μια τόσο δα μικρή φλόγα να διαπερνά τις σκιές της νύχτας που όλο και θεριεύουν; Και πώς μπορεί να συνεχίζει να θεραπεύει τους άλλους όταν εσείς δεν υπάρχετε πια; Πώς μπορεί κι ανασαίνει όταν εσείς ούτε μισή αναπνοή ζωής δεν έχετε, πια, στα μάτια σας; Μας είχαν αφήσει για λίγο ήσυχες. Αλλά τώρα έρχονται πάλι για να ζητιανέψουν την ανακούφιση. Έστω κι αν με φοβούνται. Έστω κι αν σταυροκοπιούνται όταν περνάνε το κατώφλι του σπιτιού μας. Τους περιφρονώ και τους φθονώ. Μες στην αφέλεια τους, μες στην καταραμένη αθωότητα της περιορισμένης όρασής τους είναι ευτυχισμένοι.  Σαν αυτή που η μητέρα λέει ότι είναι αδερφή μου. Πως είναι δυνατόν αυτό το χλωμό, μισότυφλο πλάσμα που δεν έχει ούτε φως μήτε ίσκιο να είναι αδερφή μου; Γι αυτό σου λέω, αίμα μου, είμαι θυμωμένη. Είμαι πολύ θυμωμένη. Η μητέρα νομίζει ότι δεν την καταλαβαίνω όταν έρχεται τα βράδια που κοιμάμαι και ακουμπάει τα φλεγόμενα χέρια της στο στήθος μου. Προσπαθεί να διώξει τον πυρετό αλλά είναι αργά.

Κι ίσως ποτέ δεν ήταν νωρίς.


Μαρία Ροδοπούλου

11 Ιουλ 2015

Άτιτλο

Κάποιος 
να ξεπλύνει γρήγορα
το Μέλλον
από τις τοξικές του σκέψεις
Κόλλησε Θάνατο εδώ και χρόνια
μα τώρα τελευταία
Ανάσταση ονειρεύτηκε
το άθλιο









Μαρία Ροδοπούλου

9 Ιουλ 2015

χωρίς σχόλια...



ξεδιαλέγω τα εναπομείναντα …


Και κάποτε
γίνομαι εκείνο το μικρό κορίτσι
που έπαιζε φυσαρμόνικα
με κομμένο στόμα

καταμεσής αρένας ψευδαισθήσεων

Μη με ενοχλείτε
όταν κλείνω τα μάτια
και δαγκώνω τα χείλη
από δω ως το πέρας της φυγής

και ως αντάλλαγμα
δεν θα σκουντάω τ’όνειρό σας



Μαρία Ροδοπούλου

6 Ιουλ 2015

Εσύ κι εγώ...



...Διάσημοι σταρ ασπρόμαυρων στιγμών



θα λάμπω μες στα τελευταία μου ασπρόρουχα
           - κι ούτε καν φίλε μου θα τα’χω επιλέξει
μα δε θα με νοιάξει ο εγκάρδιος αποχαιρετισμός
ένα εκθαμβωτικός φάρος
          ~ στιγμιαίας ύπαρξης
παίζει τα ρέστα
          που του δόθηκαν
 σε κάποια ώρα ακινησίας  παραφροσύνης

Κι εσύ
θα μ αναζητάς στις λυγμικές νύχτες
του φθινοπώρου
                    που έκρυβα στις ανύπαρκτες τσεπούλες
        θυμούμενος
                  τις εποχές που ξάπλωνα στα μαρμάρινα σώματα
                                                                    αγνώστων
                               χωρίς καμία υποχρέωση μνήμης
και θ αναρωτιέσαι
                  «κάπου, νομίζω, την είχα απαντήσει"

                       Με την ερώτηση γραμμένη στις παλαιότερες τραγωδίες
                           θα βγάζεις συγχωροχάρτι σε σένα και σε σένα
"Δεν με αφορούσαν δα και τόσο πολύ
                          οι ανώνυμες θυσίες »

όπως είπα θα λάμπω
            στεφανωμένη την μοναδική δικαίωση
                      που μου επιφυλάσσουν τα θεϊκά  μου χαρακτηριστικά

με μία και μοναδική αναγνώριση ανθρώπινης  αδυναμίας

                            όταν σ’ αγάπησα

                           ζούσα
όταν δεν με γνώρισες
                                    ζούσα

οι καταστάσεις αλλάζουν όμως, όπως ίσως ξέρεις





Μαρία Ροδοπούλου

Dark Virtual Poetry

Dark Virtual Poetry σημαίνει αποκάλυψη της Σκοτεινής Ανθρώπινης Πλευράς. Δεν στοχεύει στην Εσταύρωση Πιστεύω ούτε στη γελοιοποίηση Ηθών. Δεν υποκύπτει όμως στους συντηρητικούς ευνούχους, αξιολύπητα τέκνα μιας ανέραστης, νεκρής κοινωνίας. Δεν διαφημίζει , δεν ψάχνει για οπαδούς. Ίσα Ίσα τους απεχθάνεται . Ενδιαφέρεται Μόνο για αληθινούς φίλους αναγνώστες. Σκοπός της Μαρίας Ρ. η Απομυθοποίηση Ανθρώπων και Θεών.Δεν υπάρχει προορισμός και οι διαδρομές είναι ασχημάτιστες.

Η Γη πυρπολείται απο υπ-ανθρώπους αλλά εμείς ακόμα υπάρχουμε και κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει τη ξιφολόγχη των λέξεων

Αλλά πάντα
υπάρχει το αύριο
που γεννά νέες προσδοκίες
νέα αινίγματα
νέα θαύματα

Σήμερα θ’ αρκεστούμε
στη σιωπή


Μ.Ρ
Οι υποτελείς μέρες
σπαταλώνται άνετα
στην αυτοτελή μας δυστυχία
καθώς τρέφονται
τα γύφτικα ερπετά
απ'την αυτάρκεια
του πόνου μας


Μ.Ρ.

Alex Papadiamantis

Blog Archive

Dark visual Poetry's Music