30 Σεπ 2010

Ο θάνατος είναι η αιωνιότητα
κι ας πέφτουν οι στάλες
στα μάτια σου περίσσιες

Πρόσεξες τα δικά της μάτια;
Πεισμωμένα
πυρωμένα κάστανα
την πραγματικότητά σου απωθούν
Και είναι μόνο μια γυναίκα

Χίλιες κραυγές ανθρώπων
δεν αρκούν για ν' ακουστεί
ό,τι το πεζοδρόμιο ψελλίζει

Tο δάκρυ
που δεν χύθηκε - για σήμερα θυμήσου -
αυθόρμητα χωρίς την βία σου μολόγησε

Σκέφτηκα
θα κρατήσω την ανάσα μου
και όπου μας βγάλει

και ίσως ο θάνατος είναι αυτός, αγαπημένη

ο χρόνος που τον χρόνο μας γελάει
καθώς φθειρόμαστε στα χάρτινα των συζητήσεων
τραπεζομάντηλα

και εμείς
αλίμονο
με ή χωρίς αναπνοή
στα γόνατα πασχίζουμε να τον αλυσοδέσουμε


Μαρία Ρ.

26 Σεπ 2010

Lunacy

Σήμερα μάζεψα 3 ματσάκια φρέζες δίπλα από τον παλιό σκουριασμένο βόθρο. Τώρα πια η πόλη που κατοικώ λέγεται Lunacy αλλά ακόμα και αυτό το ίδιο της το όνομα δεν δίνει καμιά ανακούφιση πλέον.
Πόσα χρόνια πάνε που η όσφρηση και η όραση ήταν ευλογημένες αισθήσεις. Η αφή ολοκλήρωνε την αγάπη και ό,τι γεννιόταν όσο ατελές κι αν σήμερα θα φαινόταν, ήταν ζυμωμένο με αλήθεια, μόχθο και δάκρυ.
Περνώ από τα ίδια μέρη αλλά μου φαίνονται ξένης γης παιδιά. Εκεί που μόνο αμπέλια τσάκωνε η μακρινή σου όραση και ελιές μάνες στοργικές όχι μόνο των δικών της καρπών αλλά και των σάρκινων τέκνων της φύσης, τώρα μόνο τσιμέντο, καμένη άσφαλτος και ταχύτητα επιβίωσης. Και λέγανε εμάς τότε φτωχούς οι δύστυχοι χρυσοδάκτυλοι. Θάλασσες που κοσμούν οι μαύρες σακούλες με γλάρους θρεμμένους με τα σκουπίδια της κατανάλωσης ξαπλώστρες ρυπαρές από λαδωμένα κορμιά και κύματα που σκάνε σε μια ανέλπιδη στεριά. Και έχουν μετά το θράσος να με ρωτάνε γιατί τρυπιέμαι...
Εαν δεν δώσεις στο δηλητήριο έξοδο, συστατικό του θα γίνεις, απαντώ.

Αλλά αυτοί σε πεύκο νεογέννητο λευκό σκισμένο εσώρουχο γέροντα κρεμάνε - σήμα ανακωχής ζωής. Συμμαχία σύναψαν με το πλησιέστερο γραφείο κηδειών. Στέψαμε τον εφιάλτη αυτοκράτορα. Αυτοκίνητα με πρόσωπα αλλοιωμένα από τους ρυθμούς αχόρταγης μαινάδας – όπου και να πήγα όπου και αν ψυχή ξαπόστασα την ίδια κατηφόρα αντίκρυσα σαν να ‘παψε ξαφνικά ο πλανήτης να είναι ποικιλόμορφος πολυεπίπεδος και το μόνο που αναγνωρίζεις πια είναι ό,τι ανοίγεται κάτω από τα πόδια σου. Οι ουρανοί γκρίζοι τσαλακωμένοι χάρτες λιγδιασμένοι άπληστων ματιών και οι φωνές τους ξέμακρες και λιγωμένες από την τρυφερή αηδία της εικονικής ανθρωπιάς. Πινέζες και απλά σημάδια σε επίπεδη υδρόγειο.
Και κάποιοι ξεχασμένοι στην άκρη θρηνούν για ό,τι έχασαν ενώ ξέρουν ότι ποτέ δικό τους δεν ήταν. Τους βλέπεις.
Σπασμένες πινακίδες σκόρπια κομμάτια δεξιά και αριστερά των επώνυμων δρόμων. Παλεύουν να σηκώσουν στόμα σε απρόσωπο σώμα. Αγωνίζονται να γίνουν επιβάτες των Όριεν Εξπρές διάσημων σεντονιών. Άφυλοι Ερωμένοι της ματαιοδοξίας. Σβήνουν ανθρώπους στα γερασμένα τασάκια φιλοδοξιών. Και μετά συρράπτουν τα κλεμμένα στην ακαλλιέργητη γλώσσα τους, τυμβωρύχοι με λευκές παλάμες διεκδικούν δάκτυλα καμένα και ποζάρουν ως υψηλής ποιότητας προιόντα άνευ ημερομηνίας λήξης. Πληγιασμένες γάζες που πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας ως αχρησιμοποίητες σερβιέτες συγκράτησης ονείρων. Ακράτεια τρόμου έχουν όμως τα φαρμακεία της γενιάς μας. Χαιδεύονται στους στύλους ανέγερσης νεκρών. Αυνανίζονται με ό,τι απέμεινε πρόχειρο σε μια μνήμη λανθάνουσα. Με ένα σιρόπι αποχαιρετούν τον πόνο και με ένα προφυλακτικό δέχονται την Νέα Εποχή.

Με χειροκροτούν όταν βλασφημώ τα χέρια τους και όταν βιάζω τα σάπια κυήματα της ά-φορης μήτρας τους. Στρώνουν τραπέζια πάνω στο παχύ στρώμα καυσαερίου. Το φαγητό τους αποτεφρωμένη σάρκα από τα ακριβά εμπορικά κέντρα φτηνής εξόρυξης εργασίας.
The Image, baby, is important and fuck the rest. I have seen more sincere crocodile’s tears than those of some people.
Όλοι οι μύθοι τελείωσαν ξαφνικά σαν τα κουπόνια που ποτέ δεν εξαργυρώνεις στο σούπερ μάρκετ. Κάποια στιγμή παύουν να ισχύουν.

Ούτε μια κόλαση έστω και συσκευασμένη δεν μας έχει απομείνει να ελπίζουμε.


από το βιβλίο "Δαιμόνων Μαζώματα Θεών Σκορπίσματα"


Μαρία Ρ.



25 Σεπ 2010





Ακούστε με,

Ω ακούστε με.

Σε σας μιλώ
δίχως εκπτώσεις


Όχι ,
όχι,
δεν είναι σε δόσεις οι λέξεις μου


Είμαι πιο φτωχή από τον Διάβολο

πιο πλούσια από τον Θεό

αλλά ποτέ δεν δάνεισα την φτώχια μου

μήτε τα πλούτη ενέχυρο για σας έβαλα


Σας αγάπησα
μα κράτησα δική μου την αγάπη
Σας μίσησα όμως μόνη μου ήπια σιγά – σιγά το μίσος

Πόσο πιο πολύ να σας ερωτευτώ, αγαπημένες μου οχιές;


Αλλά τώρα θα φύγω
θα φύγω
είμαι έτοιμη

είμαι έτοιμη


δωρίζω τα θαύματα

κρύβω το κορίτσι από τα μάτια σας
δένω τους λυγμούς στα στήθια
ξεβάφομαι την ανθρωπιά σας
σκίζω την μαύρη φούστα
σβήνω την φωνή
ξεσκεπάζω τους καθρέφτες και φεύγω γυμνή

ανυπεράσπιστη
ανυπότακτη
σιωπηλή

όπως ήρθα




"Iσιδώρα - Το Δένδρο που περπατούσε"



Μαρία Ρ.

20 Σεπ 2010

My eye liner for a gold tooth


Όταν

θύμα προσγειώθηκα
στον τόπο όπου τα εσπεριδοειδή ανθίζουν τρώγοντας μόνο κρέας

- σ’ όποιο μαυσωλείο μπήκα την ίδια δίαιτα αντάμωσα

ένας κουακέρος γύφτος καθόταν κάτω από δέντρο καρπών μεστό
Τα πόδια του από τα γόνατα και κάτω χάνονταν μες στο χώμα
ενώ δίπλα του μικροσκοπικός τάφος
σφράγιζε την σιγουριά της μη διαφυγής των κερδών.
Ένα χρυσό δόντι είχε πάρει προαγωγή και ως υψηλόμισθος αξιωματούχος στο αριστερό μάτι κυριαρχούσε.
Καθάριζε ένα πορτοκάλι με ένα μικρό μαύρο σουγιαδάκι και στόλιζε με τις φλούδες το ελάχιστο μνημείο θανάτου. Στον δεξί καρπό του δεμένο ένα σχοινάκι με το οποίο συγκρατούσε κάποια κλαψιάρικα σύννεφα.

«Τσακωνόμουν με τους δραπέτες μου, είπε κλαίγοντας από το δεξί.
Οι άπιστοι θωμαϊτες έλεγαν πως θα συνεχίσεις την ικανοποιητική πτώση αλλά εγώ είχα μια ανεξήγητη πίστη στα φαρισαϊκά πόδια σου.

Πάρε ένα κομμάτι πορτοκάλι. Δεν παχαίνει.

Λοιπόν; πότε βαρέθηκες να σβήνεις το ένα τίποτα μετά το άλλο;
Γέμισε το τασάκι σου με στάχτες άνεργων αποριών. Γόπες αποτυχίας ξεχειλισμένο αλλά εσύ ήσουν τόσο απασχολημένη με το να ανάβεις την μία μετά την άλλη που δεν κατάλαβες πότε άδειασε το πακέτο.
Κατέληξες να πνίγεσαι σε μια γουλιά λέξεων
Και να κουράζεσαι στην ευθεία του eye liner, από δόντια άστεγη και με ρώγες τόσο κουρασμένες που αναπαύτηκαν σε κοντόφθαλμα φθαρμένα σύρματα.
Σου τελείωσαν και τα μαύρα πουλιά, συνέχισε ειρωνικά. Πόσα να βρεις σ’ αυτόν τον κόσμο που όλα νοικιάζονται ερήμην και χρώμα αλλαξοπιστούν; Στο όνομα της ανοδικής κατάρρευσης δεν έχω ματαδεί ανθρώπους πιότερο απελπισμένους.

Πάρε ένα κομμάτι πορτοκάλι. Έχει και βιταμίνη C. Μόνο τις επιθυμίες παχαίνει γι’ αυτό πρόσεξε την υπερβολική κατανάλωση. Οδηγεί σε μάταιη διόγκωση» τελείωσε μασουλώντας με τα αιχμηρά του δόντια τον ζουμερό καρπό.

Πως θα μπορούσα όμως να μην γνωρίζω την αλήθεια; Πέρασα πολλές αυγές ως μισθωτή ερωμένη των πολυφήμιων ερωτήσεών μου. Και τώρα που έφτασα εδώ μου λες πως ξέχασα το μάτι να χρυσώσω;

Τον άφησα εκεί να τρώει πορτοκάλια με το αριστερό μάτι να διατάζει και το δεξί να θρηνεί. Η κοιλιά του πρησμένη αδυνατούσε να αναστήσει τα παπούτσια που είχαν τα δέντρα θάψει στο πλευρό του.

Εγώ
συνέχισα να κατρακυλώ
με το eye liner τέλεια εφαρμοσμένο στ’ αλαφροίσκιωτα μάτια μου


Μαρία Ρ.

16 Σεπ 2010


Σε κάθε βήμα είμαι η άλλη που αναρωτιέται ποιά είμαι

Είμαι η αναμονή μεταξύ της 12ης και της 6ης πρωινής

Ο εφάλτης ανακατεμένος με την στερεά τροφή ημέρας

με το πάσο του περνά το κατώφλι των ωρών

Το φαρδύ μεταξωτό σαλβάρι του

περίγελο με κάνει στα πραγματοποιημένα

Θερίζει τους τένοντες των ονείρων

και με επιπλήττει για την κυοφορία της δικής μου ενδυμασίας

Γίνομαι μαχαίρι με όψη διπλή

Κόβω τον χειρόγραφο άρτο στην μέση

αλλά ποτέ δεν είναι αρκετός

ώστε να κληθεί η μικροπρεπής κόψη μου

Ξεκάλτσωτη με παραδίδει χωρίς να νοιάζεται

όταν τις μανσέτες του αδιάκριτα συκοφαντώ

Με περιπαίζει όταν σνιφάρω μαύρο από τα μάτια

κι όχι από τις εγγυημένες εισόδους


Αργόσχολη λύσσα με συστήνει στον ειρωνικό καλόγηρο

Είμαι η μαθητευόμενη που ποτέ δεν θ’ αποφοιτήσει

Γιατί

Ανάμεσα 12ης και 6ης πρωινής
των επιπλήξεων και των εγγυήσεων
αναβάλλομαι



Μαρία Ρ.



12 Σεπ 2010

Όλα άρχισαν σιγά - σιγά να αλλάζουν κατεύθυνση

Ίσως πέρασαν 5 χρόνια
10 χρόνια
15 χρόνια
20 χρόνια

ίσως από την αρχή ήταν στημένο το στοίχημα
αλλά ποτέ δεν ήμουν καλή στην αριθμητική πρόσθεση της αγωνίας
Μόνο στην γεωμετρική πρόοδο της απελπισίας

Όλα άρχισαν σταδιακά ν' αλλάζουν κατεύθυνση
πριν καν συμβεί οτιδήποτε

Όταν άκουσα τον λόξυγγα της ψυχής της
συνειδητοποίησα την ανεξέλεγκτη οργή
που χυνόταν από κάθε πόρο της ύπαρξης

εσύ είσαι μαστουρωμένη χτυπώντας ενέσεις αυτολύπησης
και εγώ είμαι νεκρή.

δεν διαφέρουμε και τόσο πολύ, κατέληξε μουρμουρίζοντας τρυφερά στον δείκτη που είχε απαράδεκτα μακρύνει από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού στην κάποτε νέα πτέρυγα
διότι το παλιό ξενοδοχείο είχε πια τόσους ένοικους που τα πόδια τους έμπαιναν στο διπλανό διαμέρισμα. Και δεν ήταν αυτό που έκανε τους ένοικους να διαμαρτυρηθούν αλλά το να αφήνεις και τα μαλλιά σου να πέφτουν στο δικό τους κρανίο αυτό ήταν μη αποδεκτό.

Έχω θυμώσει
Είμαι θυμωμένη.
Είμαι πολύ θυμωμένη.

Πρώτα ήρθε η έξωση. Όσο και να φώναζα όσο και να χτυπιόμουν όλοι έκαναν πως δεν καταλάβαιναν και συνέχιζαν να χτενίζουν τα ασυνήθιστα μαλλιά μου και να λούζουν το ανιαρό σώμα μου.
Δεν είχα δώσει την συγκατάθεσή μου μέχρι που είδα το καταγγελτήριο χαρτί στην εξώπορτα κολλημένο. Τότε κατάλαβα πως με διώχνανε.

Πως να στο πω;
αθέλητη παρουσία είχα καταντήσει!

Φώναξα 3 αχθοφορείς για ένα ημερολόγιο, ένα συρτάρι όπου είχε χρόνια να αεριστεί και για ένα σημάδι φυλακτό στο πορτοφόλι μου.

Εγώ πήγα εθελόντρια οριζόντιου σχήματος στην ολοκαίνουργια πτέρυγα.
Μόνη. Μόνη μέχρι ο αστράγαλος να αιμορραγήσει γειτονικό αίμα.

Δεν θα μιλήσω
Δεν μιλώ
ίσαμε να περάσουν
5 χρόνια
10 χρόνια
20 χρόνια


Δεν είμαι πια αίμα
Δεν είμαι πια μορφή
Δεν είμαι

πια θυμωμένη είπα τόσο σιγανά που ο πατέρας έπρεπε να κολλήσει το αυτί του στην μαρμάρινη εσοχή της λογοκριμένης αλληλογραφίας για να με ακούσει

Τα μάτια δύο γυψολούλουδα. Σαν εκείνα που θα φορούσα στην πρώτη κοινωνία αν ποτέ είχα το δικαίωμα.
Δύο ανώνυμοι φτερωτοί χρυσογάλαζοι εραστές - ω δεν ξεχωρίζω πια φύλο μην με ρωτάς - πηγαινοέρχονται στα νεογέννητά μου με ζήλο.
Στην μύτη κατοικούν οι σμαραγδένιες φίλες μου τώρα πια μύγες. Δεν μπορώ ακόμα να αναλογιστώ το μέγεθος της παράνοιάς μου. Πως μπορούσα εχθρούς να τις έχω όταν ήταν πρωτεργάτες στο συνεργείο καθαρισμού μου;
Και το στόμα μου αχ ερωμένη μου ερωμένε μου πατέρα και μητέρα μου το στόμα μου ο πιο λαμπερός χώρος για Up scale party. Ολοι είναι προσκεκλημένοι. Κανείς δεν αφαιρείται. Κανείς δεν προστίθεται. Δεν υπάρχει λόγος. Ολοι παρόντες.
Και σου μιλώ χρόνια μετά να μην ανησυχείς
Δεν είμαι θυμωμένη

Σφύζω από ζωή, πατέρα.

Και ούτε καν σκέφτομαι εδώ κάτω στο ολοήμερο φαγοπότι πως είμαι πεθαμένη



Μαρία Ρ.

11 Σεπ 2010

Η απαράδεκτη βρώμα σας



Με προσβάλλετε.


Σκεφτείτε ότι ζείτε σε έναν καταυλισμό τσιγγάνων αλλά μετανάστες έρχονται
λόγω πολέμου από την Ασία ή από την Αφρική ή από την Ευρώπη ή από την Αμερική
και τέλος πάντων αποφασίστε από ποιό αναθεματισμένο μέρος κατάγονται και στήνουν την σκηνή τους δίπλα στις μύτες σας.

Δεν θα σας μύριζαν οι πατούσες τους;

Έτσι μου βρωμάει και μένα η αγάπη σας που έχει τρύπα ανοίξει στον τοίχο ανάμεσα στο δικό μου μπουρδέλο και στο δικό σας. Μα καλά δεν έχετε καταλάβει πως τα τούβλα εγώ τα έχτισα ένα ένα με λίγο σάλιο λίγο αίμα και λίγο εμετό ίσα ίσα για να μην βλέπω τις ανιαρές φτέρνες και να μην μυρίζω τον βαρετό ιδρώτα της εξομοιωμένης αγωνίας σας;

Με προσβάλλετε


με την απάνθρωπη, μιμητική του ανθρώπου, δυσωδία του λόγου σας



Μαρία Ρ.

5 Σεπ 2010

Rewind Humanity


I will open the walls

The walls to November
while the floor wants to remember

I will make the bed
The bed to December
until the ceiling reveals the letter

The birds I should call

The birds from the night
instead of a room sinking in light

The moon I should kill

The moon to the dawn
as their spring marches along

I will open the door

The door to the sadness
while the walls are killing their madness

I will sail the ships

The ships to unknown
Just to be away
Away and alone

The world I should kill

The world of the End
Rewind the people back from the dead


Maria R.

their screams are the bleeding pain in my soul
their memory are the sharpest nail to my Whole

Dark Virtual Poetry

Dark Virtual Poetry σημαίνει αποκάλυψη της Σκοτεινής Ανθρώπινης Πλευράς. Δεν στοχεύει στην Εσταύρωση Πιστεύω ούτε στη γελοιοποίηση Ηθών. Δεν υποκύπτει όμως στους συντηρητικούς ευνούχους, αξιολύπητα τέκνα μιας ανέραστης, νεκρής κοινωνίας. Δεν διαφημίζει , δεν ψάχνει για οπαδούς. Ίσα Ίσα τους απεχθάνεται . Ενδιαφέρεται Μόνο για αληθινούς φίλους αναγνώστες. Σκοπός της Μαρίας Ρ. η Απομυθοποίηση Ανθρώπων και Θεών.Δεν υπάρχει προορισμός και οι διαδρομές είναι ασχημάτιστες.

Η Γη πυρπολείται απο υπ-ανθρώπους αλλά εμείς ακόμα υπάρχουμε και κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει τη ξιφολόγχη των λέξεων

Αλλά πάντα
υπάρχει το αύριο
που γεννά νέες προσδοκίες
νέα αινίγματα
νέα θαύματα

Σήμερα θ’ αρκεστούμε
στη σιωπή


Μ.Ρ
Οι υποτελείς μέρες
σπαταλώνται άνετα
στην αυτοτελή μας δυστυχία
καθώς τρέφονται
τα γύφτικα ερπετά
απ'την αυτάρκεια
του πόνου μας


Μ.Ρ.

Alex Papadiamantis

Blog Archive

Dark visual Poetry's Music