Σήμερα ονειρεύτηκα τον Θεό
Ανεβοκατέβαινε την βρεγμένη λεωφόρο πάνω σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι ...
Κοιτάζω το σκοινί. Με προκαλεί.
«Άντε ντε! Σκαρφάλωσε και λίγο πιο ψηλά από το χαμηλά. Ίσως δεις ότι ο κόσμος είναι διαφορετικός ή ίσως ανακαλύψεις ότι όλα ίδια είναι»
Εχθές ήμουν μ’ εκείνον, εξομολογούμαι, χωρίς να πάρω τα μάτια μου απο το σκοινί. Με είχε πάει σε ένα βουνό
και αγναντεύαμε όλη την πόλη από πάνω. Αντί να νιώσω χαρά μια θλίψη, πέτρα ασήκωτη στα πόδια μου. Προσπαθούσα να δω μακριά αλλά δεν τα κατάφερνα. Είχε πολύ ζέστη και ένιωθα τον ιδρώτα να κυλάει στα στήθια μου. Προσφέρθηκε να με σκουπίσει με την γλώσσα του. Αντί γι αυτό ανασήκωσα το φουστάνι μου και τον κατάπιαν οι δαντέλες. Διστακτικά άγγιξα το σπέρμα που φωσφόριζε πάνω στους μηρούς μου. Πόσο λατρεύω να βλέπω το φως του πάνω μου.
Ήθελα να το μαζέψω στις φούχτες μου και να ραντίσω όλη την πόλη. Να την δω να ζωντανεύει, να σβήσουν τα φώτα και να βγούν όλοι στους δρόμους. Ν’ ανηφορίσουν προς το μέρος μας. Μια φορά να τους ανταμώσω όλους μαζί.
Αλλά εκείνοι στέκονται στην άκρη με μάτια κατεβασμένα.
Τόσο πολύ τους ενοχλεί το χρησιμοποιημένο μου κορμί;
Μαρία Ρ.


