Και μήπως τάχαμου όλοι αυτοί
που χώμα λάτρεψαν και γεύτηκαν
κατέκτησαν την γενέθλια γη;
που χώμα λάτρεψαν και γεύτηκαν
κατέκτησαν την γενέθλια γη;
Περπατάς λαβώνοντας τη σάρκα
με ένα τραγούδι άγραφτο στα χείλη
τόσο αθώος αλλά δες και την ενοχή
στις βιαστικές πατημασιές
Ποτέ δεν σβήνουν, ξέρεις
Εσύ καίγεσαι
ανάμεσα στα σχίνα
και στα νεκρά κορμιά των δέντρων
μεταξύ της αρμύρας και του γλυφού νερού
πεθαίνεις
Ικετεύεις για τη σάρκα
~ στέλνεις εξώδικα στους μικρούς ουράνιους κάλυκες
Αλλά πάντα είσαι αθώος
Περπάτησες
αθώος
τραυματίζοντας την φτέρνα
φυγόδικος της ενοχής
κατηγορώντας άγαρμπα το αίμα
το στήθος
την ακατάστατη πεταλουδίτσα
το χρώμα που δεν ήταν ανεξίτηλο
Ανέμελα διάβηκες
το χώμα
την λάσπη
τους χαραγμένους δρόμους
με ένα τόσο κοινό όραμα στα μάτια
ένας απλός
συνηθισμένος
προβλέψιμος
μνηστήρας γης
Καταδικασμένος απ’την αθωότητα
σε αιώνια σάρκινα δεσμά
την λάσπη
τους χαραγμένους δρόμους
με ένα τόσο κοινό όραμα στα μάτια
ένας απλός
συνηθισμένος
προβλέψιμος
μνηστήρας γης
Καταδικασμένος απ’την αθωότητα
σε αιώνια σάρκινα δεσμά
Πώς ουρανό θα νυμφευόσουν;
Και μήπως τάχαμου όλοι αυτοί
που ερωτεύτηκαν τη γη
ξέρουν σύννεφα να χαϊδεύουν;
που ερωτεύτηκαν τη γη
ξέρουν σύννεφα να χαϊδεύουν;
Μαρία Ροδοπούλου