Δεν επικυρώνομαι πια
Έχω μπει στην άκρη
Οι υπογραφές ξεθώριασαν σχετικά γρήγορα
Γεμίζω ματαιώσεις
Αραχνιασμένα φτερά οι προσδοκίες
Απομνημονεύω ονόματα
όμως σαν έρχεται η επομένη της θύμησης
πάλι ξεχνιέμαι ακύρωση σε γαριασμένες παλάμες
Ετοιμοθάνατη αναγγελία
σκαρφαλώνει φαγωμένες προθέσεις
αλίμονο! ξεψυχά πολύ πριν αγγίξει
Ανάμεσα σε μένα κι εκείνη η χώρα της ένδειας
Σε σκέφτομαι τώρα που άγνωστη κατεβαίνεις το ατελές
μου
Με έναν παραχαράκτη δεμένο στους μηρούς
και δυο λευκά κεριά στα μάτια
Αθέλητα
απειλείς την νωχελική οδύνη
Στο πλάι μου οι ορχιδέες μένουν άφωνες
ενώ ο χειμώνας φρόντισε με επιμέλεια
να ωριμάσει την ξένη που κοιμάται μέσα μου
Γέρνω ασχολίαστη προς τη δύση
Λένε ότι τα χελιδόνια πάντα επιστρέφουν
Θέλω να καγχάσω
Ποια είμαι εγώ ν’ αλλάξω τη ρότα των παραμυθιών;
Νανουρίζομαι κοιτώντας εκείνο το κόκκινο μάτι
Δε θα κλείσει ποτέ
Η υγρασία σου δεν αρκεί για να δροσίσει τον λήθαργο
Να σου χαρίσω λίγο σιωπή;
Μπαίνω στην άκρη
μ’ ένα ερωτηματικό ως δόλωμα άγνοιας
μην παρασύρεσαι
Δεν λύνομαι
Γεμίζω αναβολές τις σιωπηρές προσευχές
και σβήνω
τεμπέλικο σήμα κινδύνου
Απέριττος
οκνηρός
γρίφος
Παραμένω αδρόσιστη
απ’ τα δάκρυα
που αρνήθηκαν το αίνιγμα
Μαρία Ροδοπούλου