Οι εφιάλτες δεν κατάφεραν να με βάλουν στον πάγκο των εξιλεωμένων αμαρτωλών. Τι να πω! Δεν είμαι οπαδός καθιστών διαμαρτυριών.
Το μόνο που με τρομοκρατούσε ανέκαθεν είναι η σαθρή ομορφιά που κρύβουν στις φούχτες τους τα καθρεφτισμένα μάτια. Με προσπερνούν χωρίς να βγάζουν φλας στην αδιαφορία τους. Με ένα like κολλημένο στο πίσω τζάμι της πορείας τους γεμίζουν καυσαέριο το στόμα μου και απροετοίμαστη σκοτώνομαι στην βιαστική κριτική τους. Ακατάστατη με υποδέχεται το άπειρο με το υδάτινο σύμφωνό του σε πλήρη σύγχυση. Πανικόβλητη ψάχνω γύρω μου κομμάτια. Πάντα κάποιο απουσιάζει, εξόριστο στο αυτοκόλλητο της αρέσκειας σουφρώνει κοροιδευτικά τα χείλη και τραγουδάει τον εθνικό ύμνο της κατάργησης.
Εγώ;
Λάφυρο δειλό στο κοντάρι της μεσίστιας σημαίας πεθαμένων εθνών.
Κάνω κόντρες στα φανάρια της απόγνωσης. Ακόμα δεν έχω καταφέρει να πιάσω την στιγμή, με προλαβαίνει ολόκληρο το γεγονός. Και με λύπη ανακοινώνω στα παροδικά μου πως είμαι πιστή του χρόνου ψηφοφόρος.
Πνίγομαι στην προστιθέμενη φορολογική απελπισία των συνταξιδιωτών μου. Εκείνοι πληρώνουν τα τέλη κυκλοφορίας μου κι ας μη προλαβαίνω την ταχεία προς την νομιμοποίηση της υποτέλειας.
Ανέκαθεν με τρομοκρατούσε η χαπακωμένη ομορφιά που μηνύουν
μάτια προς ενοικίαση. Ευτυχώς με δάκτυλα ιδιόκτητα σφίγγω το τιμόνι κι ας σκέβρωσε η ταξιδιάρικη πλάτη.
Και καθώς γερνώ ή γέρνω δεν μπορώ, φίλε μου, να μην σκέφτομαι τα μνησίκακα βαγόνια που αντάμωσα καθώς ξεκούραζα τις ώρες στης κουρασμένης προσδοκίας τους συμφεροντολογικούς σταθμούς.
Μισή με γνώρισαν ολόκληρη με μίσησαν.
Αλλά το μίσος τους δεν κάλυψε την νοσταλγία.
Όταν συνταξιοδοτήσω την ηλικιωμένη αγωνία θα αυτοκτονήσω στο αυτοκίνητο εισπνέοντας με ολόκληρη πριν γίνω η διαιρεμένη ανάμνηση της αποχαυνωμένης ομορφιάς κατεδαφιζόμενων ματιών.
Κάποτε έρχεται η στιγμή
που διεκδικείς το δικαίωμα της απομάκρυνσης
από εκείνα που δεν θέλησες
που διεκδικείς το δικαίωμα της απομάκρυνσης
από εκείνα που δεν θέλησες
Μαρία Ροδοπούλου