5 Ιουν 2010

Οδύσσεια Απόπειρα Αυτοκτονίας

Λένε πως μπορεί να πάρει μια ολόκληρη ζωή για να βρεις τις απαντήσεις. Το κακό είναι πως ποτέ δεν τις θέλησες γιατί είτε δεν ήταν αυτές που ποθούσες είτε ήταν τόσες πολλές που παραμόρφωσαν την αλήθεια. Υποψιάζεσαι ότι το πιο απλό συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις παρά μόνο μία η οποία αλλάζει τοποθεσία καθώς και εσύ μετακινείς τις ελπίδες σου από πλευρά σε πλευρά. Μέχρι που στο τέλος ξεμένεις από δικαιολογίες και από μεταναστεύσεις. Για σένα ο Οδυσσέας πέθανε νέος σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί, αποχαυνωμένος από τους αποχαιρετισμούς. Μπουχτισμένος από τα υπεράνω πάσης υποψίας ταξίδια, αφέθηκε στον γερασμένο βραχότοπο. Άνοιξε ένα καφενείο και υποδεχόταν τους ναυτικούς με μια λευκή ποδιά περασμένη γύρω από την χοντρή κοιλιά του. Αυτοί του έλεγαν τις περιπέτειές τους στην άπονη ξενητειά και εκείνος τους τρατάριζε ψεύτικους αναστεναγμούς νοσταλγίας. Μετά φώναζε την Σάχρα, την ανατολίτισσα ερωμένη του.Αυτή ανέβαινε ξυπόλητη πάνω στο τραπέζι και αμίλητη τους δίδασκε χίλιες και μία νύκτες.

Όταν όμως πέθανε άφησε ρητή εντολή να μην θάψουν ούτε να κάψουν το σώμα του. Παρά μόνο να το σύρουν μέχρι την πιο απόμακρη ακτή και να αφήσουν τα γλαροπούλια να τραφούν από την χαλαρή σιτεμένη σάρκα του. Ενώ ένας ξεπεσμένος σαμάνος κρατούσε τα πνεύματα της στεριάς μακριά από τα απομεινάρια του. Στο τέλος ακόμα και ο χοντρός Οδυσσέας βρήκε τον τρόπο να ταξιδεύσει αμέριμνος.

Τον είχες συναντήσει κάποια στιγμή στο θεωρείο της λυρικής σκηνής. Τότε ήταν νέος και έκλαιγε ακόμα και με έναν επι σκηνής θάνατο. Εσύ τον κοιτούσες έκπληκτη. Η ντελικάτη φύση σου, είχε δημιουργήσει ένα σκληρό κέλυφος γύρω σου και τα δάκρυα σου τα κρατούσες στην εσωτερική περίμετρο. Δεν είχες χρόνο για παράπλευρες περιουσίες ή απώλειες. Τόσα πολλά τα χρέη σου απέναντι στους διοργανωτές πορείας που έτρεχες χωρίς να φτάνεις. Ζευγάρωνες με σπηλιές και κυοφορούσες πηγάδια. Tους έλεγες τα ίδια παραμύθια που σου έλεγε και σένα η μητέρα σου. Βασικά έχεις συνειδητοποιήσει πως δεν γεννάς, απλά ένα copy – paste δοκιμασμένου προτύπου κάνεις. Δεν ήθελες αλλά καλά κρατεί ο κληρονομικός φόβος της αναχώρησης από τα έλη. Και κάπου βαθιά μέσα σου το ευχαριστιόσουν. Ε! Δεν θα έσπαγες εσύ τις αυταπάτες αιώνων. Ας βρεθούν άλλες που θα βγάλουν την σαλιάρα από το λαιμό τους. Εσύ την είχες όμορφα δεμένη και ταίριαζε με την αστραφτερή τιάρα σου. Σε τσιγγούνικα χρόνια εσύ ήσουν το λαμπερό παράδειγμα της οικονομίας. Γιατί ένα από τα χρέη σου ήταν και αυτό του υψηλότερου σημείου στο βάθρο. Αλήθεια τι έγινε όταν κοίταξες προς τα κάτω;

Και τώρα ξεβάφεσαι στον καθρέφτη αποφεύγοντας να σε κοιτάξεις. Κατά έναν περίεργο τρόπο σου έχει καρφωθεί στο μυαλό εκείνος ο νεκρός οδυσσέας και η λύση που βρήκε.
Το προσπάθησες και εσύ. Ήπιες μαζί όλους τους προδότες μνηστήρες μαζί με ένα ξεγυρισμένο ποτήρι ουίσκι. Εσωτερική μπουγάδα αλλά σε πρόδωσε το άτιμο στομάχι σου. Δεν αποτελείωσε την πλύση και εσύ έτρεχες στην τουαλέτα να ξεβράσεις την γενναία σου πράξη. Και σαν να μην έφτανε αυτό μετά είχες και μια απίστευτη πείνα. Άνοιξες το ψυγείο και έφαγες όλη σου την επιθυμία χωρίς καν να μασάς. Ξέρεις καλά πως είναι να φαγώνεσαι από τα θέλω σου χωρίς καμιά αντίσταση από μέρους σου Και έτσι όπως ήσουν στον νεροχύτη και όρθια προσπαθούσες να χορτάσεις, αισθάνθηκες την χθεσινή σάλτσα να κυλά στο σαγόνι σου. Τόσην ώρα κήδευες μέσα σου μπαγιάτικους πόθους. Αηδιασμένη πέταξες το πιάτο στον τοίχο δημιουργώντας γκράφιτι απελπισίας.

Αργότερα απεγνωσμένα έψαχνες τον τρόπο να κρύψεις το αποτύπωμα ενοχής. Για φαντάσου να έρχονταν οι άλλοι και να έβλεπαν την ερασιτεχνική σου ζωγραφική. Την ώρα που έσβηνες και την παραμικρή παρουσία του σήματος κινδύνου, χτύπησε το κινητό σου. Βόγγηξες ελαφρά όταν είδες το όνομα. Όχι ότι δεν αγαπάς την Αναστασία αλλά εκείνη την στιγμή δεν ήθελες να μιλήσεις σε κανέναν. Αλλά είναι τόσο επίμονη η φίλη σου που σίγουρα δεν θα σταματούσε στην μία κλήση. Απάντησες ελαφρά λαχανιασμένη και όταν σε ρώτησε τι κάνεις είπες λίγο ειρωνικά

«Δοκίμασα να κάνω γκράφιτι με κόκκινη σάλτσα στον τοίχο αλλά δεν βγήκε καλά η υπογραφή μου στο τέλος»

Μικρή παύση στην άλλη γραμμή και μετά η απάντηση της φίλης σου σε έκανε να αρχίζεις να γελάς και να κλαίς μαζί.

«Δεν βαριέσαι, Ελένη μου, και εγώ που την τελειοποίησα κανείς δεν την πρόσεξε. Αφού ξέρεις ότι κανείς στην ουσία δεν ενδιαφέρεται για τις δημιουργίες της Πηνελόπης όσο αυτή παραμένει στην φυματική ιθάκη»

Βουρτσίζεις τα δόντια σου και στο τέλος φτάνεις στην αναπόφευκτη οδύνη της νύχτας. Σε κοιτάς. Από το μισάνοιχτο παράθυρο φτάνει η μονότονη πρόσκληση ενός μυστήριου πουλιού. Και από την κλειστή πόρτα ακούγεται το ροχαλητό του πεθαμένου ταξιδιώτη.
Το κακό είναι πως όταν πέθανε, σε ακούμπησαν δίπλα του στολισμένη και ξανά παρθένα λόγω θανάτου πρώην συμπορευτή σου. Δεν σε έντυσαν όμως με το λευκό νυφικό σου. Αυτό δεν σου κάνει χρόνια τώρα. Αυτό είναι, σκέφτεσαι και ανεβαίνεις στην ζυγαριά. Δυστυχώς, κι αυτή εφήμερη σχέση έχει μαζί σου.

«Νομίζω, μονολογείς, ότι αυτό που μου χρειάζεται είναι μια δίαιτα. Έτσι όλα θα γίνουν καλύτερα. Και που ξέρεις... Μπορεί να μην έχουμε στ’ αλήθεια πεθάνει. Ίσως φταίει εκείνο το μήλο με την γεύση παστής ζωής που κατάπιαμε και οι δυο μας νέοι. Αν το φτύσουμε ίσως καταφέρουμε και εμείς να γίνουμε τροφή των γλάρων μια μέρα»

Αλλά την ώρα που τα λες σε πιάνει πάλι εκείνη η γνωστή πείνα.
Πως θα ήθελα μουρμουρίζεις, να έτρωγα τηγανιτές πατάτες σερβιρισμένες στην λαδόκολα με ρίγανη και αλάτι. Όπως εκείνο το Σαββατιάκιο πρωινό στο Θησείο που γευμάτιζες φρέσκια την αγάπη. Ναι...γιατί κατάβάθος η πείνα σου δεν έχει καμία σχέση με το στόμα σου. Απλά κάνεις download τροφή για να ξεγελάς τις άθλιες επιθυμίες σου.

Και το ούζο μελωμένο κατέβαινε στον διψασμένο λάρυγγα. Κι ας μην έκρυβε την θλίψη της η φίλη που καθόταν απέναντι. Κάπου σου άρεσε αυτή η λύπη. Φορούσε μεν πένθος στα μαλλιά αλλά εκείνη η ατίθαση μωβ τουφίτσα είχε σηκώσει μια μικρή σημαία διαδήλωσης. Και αυτό ήταν που σε έκανε και χαμογέλασες. Γιατί γνωρίζεις πως η παραδοχή τελικά οδηγεί στην απόρριψη και όχι στην αποδοχή όπως σε είχαν μάθει. Και βαθιά μέσα σου γνωρίζεις πως η αγάπη δεν είναι φύλο ανδρός μηδέ γυναικός. Είναι φύλο ανθρώπου.

Ακούς το ρολόϊ. Μεσάνυχτα πια και το γοβάκι ακόμα καρφωμένο στην αριστερή παλάμη. Κοιτάς την άγνωστη, έχετε τα γενέθλια σας σήμερα.

«Να ζήσεις καλά, της λες. Και εγώ καλύτερα...» και σβήνεις το φως.


Μαρία Ρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Dark Virtual Poetry

Dark Virtual Poetry σημαίνει αποκάλυψη της Σκοτεινής Ανθρώπινης Πλευράς. Δεν στοχεύει στην Εσταύρωση Πιστεύω ούτε στη γελοιοποίηση Ηθών. Δεν υποκύπτει όμως στους συντηρητικούς ευνούχους, αξιολύπητα τέκνα μιας ανέραστης, νεκρής κοινωνίας. Δεν διαφημίζει , δεν ψάχνει για οπαδούς. Ίσα Ίσα τους απεχθάνεται . Ενδιαφέρεται Μόνο για αληθινούς φίλους αναγνώστες. Σκοπός της Μαρίας Ρ. η Απομυθοποίηση Ανθρώπων και Θεών.Δεν υπάρχει προορισμός και οι διαδρομές είναι ασχημάτιστες.

Η Γη πυρπολείται απο υπ-ανθρώπους αλλά εμείς ακόμα υπάρχουμε και κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει τη ξιφολόγχη των λέξεων

Alex Papadiamantis

Blog Archive