21 Σεπ 2020

Πρόλογος

Πάντα μου άρεσε να μοιράζομαι κάτι που κινώ να γράφω με εσάς
που με διαβάζετε στα «κρυφά» και αγαπώ αυτή την μυσταγωγία, μου θυμίζει αποδράσεις σε σκοτεινές άναστρες νύχτες μεθυσμένες από
malt αισθήσεις και μοναχικές ώρες…
Η έμπνευση πολλές φορές έρχεται
λίγο πριν κάτσω εδώ στο «σκοτεινό, μυστικό δωμάτιο» και αποτυπώσω
τις εικόνες. Ή ακόμα πιο πολλές φορές, έρχεται και μένει απλά στην φαντασία, δειλή κι απρόσιτη στα πληκτρολόγια και στην έκφραση. Πριν καν βγει όμως το δεύτερο μιας τριλογίας (ελπίζω σύντομα το δεύτερο σε έντυπη μορφή) με κυνηγάει ήδη το «φάντασμα του μέλλοντος» και η ιστορία του θα ξεκινάει κάπως έτσι…

per voi


Τότε…

Το 14χρονο αγόρι με τα σκούρα καστανά μαλλιά και τ’ αλλόκοτα μάτια, καθόταν σαν πολυκαιρισμένο άγαλμα στα ξύλινα σκαλοπάτια της  μπροστινής βεράντας του σπιτιού. Τα χέρια του τρέχανε σαν μικρά, τυφλά πουλιά πάνω στις σελίδες ενός βιβλίου με ασυνήθιστα σύμβολα πάνω στο χάρτινο κορμί του.  Τον τελευταίο χρόνο, η όρασή του είχε χειροτερέψει. Σαν να μην έφτανε που τα όνειρά του διάβαιναν τις σκιές, έπρεπε κι η πραγματικότητα να κυλάει ανάμεσα στο μαύρο ή στην καλύτερη των περιπτώσεων πίσω από ένα αδιαφανές γκρίζο  πέπλο.
 
Τα χέρια του ακινητοποιήθηκαν καθώς ένας γνωστός ήχος χάιδεψε το πρόσωπό του. Ένα τρίξιμο στον ξύλινο φράχτη που χώριζε το σπίτι του με το διπλανό και χαρούμενα, γρήγορα ανάλαφρα βήματα προς το μέρος του. Η ακαθόριστη φιγούρα στάθηκε μπροστά του και η όσφρησή του έπιασε γνωστές αγαπημένες μυρωδιές. Δεν ήξερε γιατί ήταν αγαπημένες, απλά ήταν. Εξάλλου όταν είσαι 14 ετών δεν αναλύεις αισθήματα, τα βιώνεις. Μια μυρωδιά τσιχλόφουσκας αναμιγμένη με σαπούνι και μια ανάσα που άνθιζε βανίλιες. Πριν καν μιλήσει η φιγούρα, τα μακριά μαλλιά της χάιδεψαν τα δάχτυλά του καθώς έσκυβε από πάνω του. «Ορέστη, γιατί είσαι μόνος σου;» ακούστηκε η παιδική φωνή της «Και πάλι μαθηματικά διαβάζεις; Θα γίνεις ένας κατσούφης, στριμμένος δάσκαλος με την μύτη χωμένη σε αποδείξεις κι ακατανόητα σύμβολα» συνέχισε η περιπαιχτική φωνή με αποκορύφωμα το σκάσιμο της τσιχλόφουσκας πάνω στο χέρι του. Το αγόρι γέλασε αφήνοντας στην άκρη το βιβλίο. «Μυρτώ, ειλικρινά, εσύ κι ο αδερφός μου έχετε μείνει ακόμα στην ηλικία των δράκων και των απόρθητων κάστρων. Και της τσίχλας, πρέπει να προσθέσω» είπε νιώθοντας εκείνο το γνωστό σφίξιμο στο στήθος του κάθε φορά που το μικρότερο κατά δύο χρόνια κορίτσι τον πλησίαζε. Ποτέ δεν την είχε δει όπως πραγματικά ήταν. Σχεδόν όλη του την ζωή, τα πάντα ήταν ένα θολό ασύμμετρο περίγραμμα. Και συνήθως αυτό δεν τον ενοχλούσε. Ήταν κάτι που είχε αποδεχτεί. Αλλά ήθελε απεγνωσμένα  να δει την Μυρτώ. Είχε σκεφτεί  πολλές φορές  να της ζητήσει να την δει με τα δάχτυλα αλλά ντρεπόταν. Κι έτσι είχε αρκεστεί στην πεζή περιγραφή του μικρότερου κατά έναν χρόνο αδερφού του. «Καλή είναι, μελαχρινή με καστανά μάτια» είχε πει ο Οδυσσέας ανασηκώνοντας τους ώμους του καθώς έχωνε άλλη μια καραμέλα στο στόμα του. Τα σκαλοπάτια έτριξαν καθώς η Μυρτώ κάθισε πλάι του βάζοντας στα χέρια του ένα μικρό κουλούρι. «Δοκίμασε, τα έφτιαξε η μαμά μου πριν λίγο.«Ξέρεις, Μυρτώ, είπε κομπιάζοντας παίρνοντας την γενναία απόφαση τώρα που ήταν μόνοι τους, θέλω να σε δω. Μπορώ ν’ ακουμπήσω τα χέρια μου στο πρόσωπό σου;» Το 12χρονο κορίτσι έμεινε σιωπηλό για λίγο και μετά πήρε τα χέρια του στις μικρές λιγνές χουφτίτσες της. «Ξέρω έναν καλύτερο τρόπο. Τα μάτια βλέπουν μόνο ό, τι  θέλουν. Θα σε δω στην άλλη πλευρά του κόσμου» του ψιθύρισε και σήκωσε το πέπλο που θρυμματίζει διάσταση και πραγματικότητα...



Μαρία Ροδοπούλου






19 Σεπ 2020

Θύμηση

 

Και κάποτε
παρόλη την θάλασσα που στα μάτια ταξιδεύει
και στα χλωμά της χείλη
εκείνη από μακριά φθονεί
ένα μικρό κομμάτι  υδάτινης γης
σαν οι απώλειες  κυλούν
αμέτρητες στις ρυτίδες του προσώπου
κι ο ουρανός φλέγεται από της ημέρας τ’ αστέρι
Φοβάται μην ξεχάσει
το κύμα που τις πέτρες σαγηνεύει
κι η στάχτη καλύψει εκείνο το περβάζι
που αλύπητα χτυπάει ο αγέρας
διαβρωμένο
ανάγλυφο
με σοβαροφανείς κηλίδες
στο ψυχρό
άκαμπτο κορμί του
δείγμα εξαιρετικό του χρόνου
εξαίσια ειρωνεία

                            Να αιμορραγείς εσωτερικά

να καταλήξεις
στα όνειρα των άλλων
                         μια θύμηση
αχνή

        μακρινή
                      μαραμένη
λησμονημένη
                   άψυχη
σαν εκείνο το μαρμάρινο περβάζι
των θαλασσινών σου χρόνων

Ω γλυκιά μου ερήμωση
κι απόψε
εσύ είσαι η συντροφιά μου...



Μαρία Ροδοπούλου

Dark Virtual Poetry

Dark Virtual Poetry σημαίνει αποκάλυψη της Σκοτεινής Ανθρώπινης Πλευράς. Δεν στοχεύει στην Εσταύρωση Πιστεύω ούτε στη γελοιοποίηση Ηθών. Δεν υποκύπτει όμως στους συντηρητικούς ευνούχους, αξιολύπητα τέκνα μιας ανέραστης, νεκρής κοινωνίας. Δεν διαφημίζει , δεν ψάχνει για οπαδούς. Ίσα Ίσα τους απεχθάνεται . Ενδιαφέρεται Μόνο για αληθινούς φίλους αναγνώστες. Σκοπός της Μαρίας Ρ. η Απομυθοποίηση Ανθρώπων και Θεών.Δεν υπάρχει προορισμός και οι διαδρομές είναι ασχημάτιστες.

Η Γη πυρπολείται απο υπ-ανθρώπους αλλά εμείς ακόμα υπάρχουμε και κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει τη ξιφολόγχη των λέξεων

Αλλά πάντα
υπάρχει το αύριο
που γεννά νέες προσδοκίες
νέα αινίγματα
νέα θαύματα

Σήμερα θ’ αρκεστούμε
στη σιωπή


Μ.Ρ
Οι υποτελείς μέρες
σπαταλώνται άνετα
στην αυτοτελή μας δυστυχία
καθώς τρέφονται
τα γύφτικα ερπετά
απ'την αυτάρκεια
του πόνου μας


Μ.Ρ.

Alex Papadiamantis

Blog Archive